Η Οργάνωση - Απόφαση 1ου Συνεδρίου Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Κεφάλαιο 3 – Η νεολαία σήμερα

3.1 Νεολαία & Πολιτική

 

Με την κρίση, οι ζωές των νέων ανθρώπων βρέθηκαν στο επίκεντρο της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Η οικονομική ασφυξία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν παράγοντες βάσει των οποίων η νεολαία οργανώνει την καθημερινότητα, την εργασία, τις σπουδές, τον προσωπικό χρόνο και γενικότερα τη ζωή της. Οι παραπάνω συνθήκες συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς των νέων ανθρώπων, στο τρόπο που αντιλαμβάνονται την πολιτική διαδικασία και την έννοια της συμμετοχής.

Η νεολαία είναι μια διακριτή κοινωνική κατηγορία, η οποία ωστόσο δεν έχει ενιαία χαρακτηριστικά. Οι δομές, οι εμπειρίες, και τα μέσα κοινωνικοποίησής της έχουν ως σημεία αναφοράς σημαντικά κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, τα οποία διαμορφώνουν, ως ένα βαθμό, στους νέους και τις νέες κοινό χαρακτήρα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι του κάθε νέου και της κάθε νέας, πέρα από την ηλικία, βιώνονται (και) μέσα από ένα πολυπαραγοντικό πλαίσιο που καθορίζεται από την ταξική θέση, τη φυλετική ή πολιτισμική καταγωγή, το φύλο, το σεξουαλικό προσανατολισμό, τη σωματική αρτιμέλεια κ.ά.

Πιο αναλυτικά, την περίοδο της κρίσης, ένα τμήμα της νεολαίας ηγεμονευόμενο από την κυρίαρχη ιδεολογία, ακολούθησε τον ατομικό δρόμο, την ιδιώτευση, την αδιαφορία για την πολιτική διαδικασία και τη μη συμμετοχή σε αυτήν, απορρίπτοντας έτσι τη συλλογική δράση και τη συλλογική επίλυση των προβλημάτων της. Είτε απέχει από συλλογικές διαδικασίες – με εμφανέστερο παράδειγμα τις εκλογές – είτε συντάσσεται με συντηρητικά τμήματα των πολιτικών δυνάμεων και παρατάξεων, ακόμη και με την ακροδεξιά. Σε κάθε περίπτωση, η στάση της, όχι απλώς δεν αμφισβητεί το σύστημα, αλλά το βοηθά να αναπαραχθεί. Η αποχή, ακόμη και όταν παίρνει τη μορφή διαμαρτυρίας και απόρριψης, παρά αδιαφορίας, αποτελεί όψη της κρίσης εκπροσώπησης του πολιτικού συστήματος. Η συγκεκριμένη στάση λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης των πολιτικών δυνάμεων που «επενδύουν» στη μη συμμετοχή των πολλών στη λήψη των αποφάσεων.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τμήματα της νεολαίας που οργανώνονται, μάχονται και συμμετέχουν προκειμένου να δημιουργήσουν ένα καλύτερο παρόν και μέλλον. Είναι οι νέοι και οι νέες που τον προηγούμενο καιρό βρέθηκαν στους δρόμους, στις πλατείες, υποστήριξαν με θέρμη το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, πήραν μέρος στις συλλογικές κινητοποιήσεις και στα κοινωνικά κινήματα. Είναι όσοι και όσες μέσα από τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία, συνέβαλαν στο να αμφισβητηθεί και να σπάσει το παλαιό δικομματικό ελληνικό πολιτικό σύστημα και ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Είναι ο κόσμος που αγωνίστηκε για ζωή με περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες. Οι «έφηβοι της κρίσης» με ενεργή πολιτική δράση και συμμετοχή, είναι αυτοί και αυτές που εναντιώνονται στις πολιτικές λιτότητας και την υποβάθμιση της δημοκρατίας και στρέφονται ενάντια σε μισαλλόδοξες και ρατσιστικές φωνές καθώς και στο φασισμό. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα, τα αισθήματα ματαίωσης, ανασφάλειας και αβεβαιότητας που έχει δημιουργήσει η παρούσα κατάσταση δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστο αυτό το τμήμα της νεολαίας, πράγμα το οποίο φαίνεται στο κλίμα αδράνειας και την έλλειψη σοβαρών κινηματικών διεργασιών, κινημάτων διεκδικήσεων με ένταση και συνέχεια.

 

3.2 Η κατάσταση στην εργασία

 

Η κρίση του 2008 έπεσε πάνω στη νεολαία με τέτοια ένταση που για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο «τα παιδιά ζουν χειρότερα από τους γονείς τους». Κατά τη διάρκεια της κρίσης η ανεργία στο σύνολο του πληθυσμού κυμαίνεται στο 25%, ενώ τα ποσοστά της ανεργίας στη νεολαία κινούνται μεταξύ 50% και 60%. Η νέα γενιά σήμερα αποτελεί αντικείμενο της πιο άγριας και ασύδοτης εκμετάλλευσης του κεφαλαίου. Από γενιά των 700 μετατράπηκε σε γενιά των 400 ευρώ και της ανεργίας. Η βίαιη υποτίμηση της εργασίας και ο μαζικός κίνδυνος της ανεργίας διαμόρφωσαν μια εργασιακή πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από επισφαλείς/ελαστικές σχέσεις εργασίας, μισθολογικές διακρίσεις όπως ο υποκατώτατος μισθός, μορφές εργασίας όπως η ενοικίαση εργαζομένων και η εκ περιτροπής εργασία, τα μπλοκάκια, αλλά και «καθεστώτα» όπως η  μαύρη, η ανασφάλιστη και η υποδηλωμένη εργασία. Σε αυτό το πλαίσιο, η εργαζόμενη νεολαία εξαναγκάστηκε, υπό την απειλή της ανεργίας, σε χειρότερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

Οι νέοι και οι νέες που εργάζονται στο χώρο της εστίασης και του εμπορίου, σε τηλεφωνικά κέντρα, εργολαβίες,  μηχανικοί και δικηγόροι που εργάζονται σε κατασκευαστικούς ομίλους και μεγάλα δικηγορικά γραφεία, αποτελούν μόνο ορισμένες όψεις της σημερινής εργασιακής επισφάλειας. Την ίδια στιγμή, τα χρόνια της κρίσης, χιλιάδες νέοι και νέες οδηγήθηκαν στην μετανάστευση – το φαινόμενο «brain drain» – αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Η σταδιακή αποδιάρθρωση των εργατικών δικαιωμάτων παρουσιάστηκε ως ένα σχέδιο με «προοδευτικό» περιεχόμενο που «απελευθέρωνε τον/την εργαζόμενο/-η από την ρουτίνα του μόχθου και του/της έδινε την δυνατότητα να είναι αφέντης του εαυτού του/της, επιλέγοντας ανά πάσα στιγμή την δουλειά που εκείνος/-η επιθυμούσε να κάνει». Έτσι, ο/η εργαζόμενος/-η δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοιος/-α, αλλά ως αυταπασχολούμενος/-η ή ωφελούμενος/-η. Στην πραγματικότητα, σκοπός και αποτέλεσμα αυτού του σχεδίου ήταν ο κατακερματισμός της εργασίας και της ταυτότητας του/της εργαζόμενου/-ης, ο/η οποίος/-α έπρεπε να ξεχάσει το δικαίωμα της πλήρους και σταθερής εργασίας, πράγμα που δεν επιτρέπει σχέδια και όνειρα για την επόμενη μέρα. Η ευελιξία στην καθημερινότητα των νέων, ωστόσο, εφαρμόστηκε στο ζήτημα των ωραρίων, των μισθών, και των απολύσεων, ενώ την ίδια στιγμή οι νέοι και οι νέες που εντάχθηκαν στην παραγωγή στα χρόνια της κρίσης, δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνουν συλλογικές συμβάσεις και στερούνταν παραστάσεων συλλογικής διεκδίκησης και συμμετοχής στα συνδικάτα. Το τρίπτυχο που χαρακτηρίζει τη νεανική πραγματικότητα σήμερα θα μπορούσε να οριστεί ως «επισφάλεια, ανεργία, μετανάστευση».

Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η μείωση του κατώτατου μισθού, και η συνολική επίθεση στον κόσμο της εργασίας, που εντάθηκε με ραγδαίο τρόπο με την έλευση των μνημονίων, ελλείψει πια και του ρυθμιστικού πλαισίου λόγω κυβερνητικών αποφάσεων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), είχε μια συγκεκριμένη λογική την οποία οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδομήσουμε. Έννοια-κλειδί, βάσει της νεοφιλελεύθερης αντίληψης, είναι η «ανταγωνιστικότητα», η οποία συνοδεύει όλα τα προβλήματα της οικονομίας, από το χρέος μέχρι την ανεργία. Ως εκ τούτου, «για να μειώσουμε την ανεργία πρέπει  να είμαστε ανταγωνιστικοί/-ες» που σημαίνει ότι πρέπει να απορρυθμίσουμε την αγορά εργασίας για να γίνουν οι περιβόητες επενδύσεις. Πρέπει επίσης «να διευκολύνουμε την πρόσβαση των ανέργων στην αγορά εργασίας», πράγμα που προϋπέθετε φυσικά τη διευκόλυνση και την απελευθέρωση των απολύσεων, την απαξίωση και την υπονόμευση των εργατικών δικαιωμάτων και κεκτημένων. Παράλληλα, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο δόγμα για το ζήτημα της ανεργίας ευθύνονται οι ίδιοι/-ες οι άνεργοι/-ες, διότι δεν είναι αρκετά καταρτισμένοι/-ες με βάση τα πρότυπα της ελεύθερης αγοράς και την ίδια στιγμή «απαιτούν» θέσεις εργασίας με βασικά δικαιώματα.

Προϊόν αυτής της διαδικασίας είναι η «σύνδεση της εργασίας με την γνώση» και η επανακατάρτιση των εργαζομένων. Έτσι, τα προγράμματα voucher, που είναι ακόμα και σήμερα βασικό εργαλείο αντιμετώπισης της ανεργίας, ειδικότερα για τους νέους ανθρώπους, έχουν μία συγκεκριμένη λογική: ο/η άνεργος/-η αδυνατεί να μπει στην αγορά εργασίας λόγω έλλειψης γνώσεων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελεύθερης αγοράς. Πρόκειται ουσιαστικά για ανακύκλωση της ανεργίας και μετατροπής της σε ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο, όπου τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης πλουτίζουν στις πλάτες των ανέργων. Εκτός των άλλων, στην περίπτωση της Ελλάδας, η «άνεργη νεολαία» όχι μόνο δεν χρειάζεται κατάρτιση αλλά είναι «υπερ-καταρτισμένη». Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα κοινωφελή προγράμματα καθώς προσφέρονται για συγκεκριμένο χρόνο, παρότι οι εργαζόμενοι/-ες, μέσω αυτών, καλύπτουν οργανικές θέσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα.

Ο στόχος βέβαια των συγκεκριμένων πολιτικών δεν ήταν παρά η βίαιη αναδιανομή ισχύος και πλούτου από τον κόσμο της εργασίας στο κεφάλαιο. Όσο περισσότερος είναι ο κόσμος που αναζητά μια θέση εργασίας, όσο εκείνοι και εκείνες που εργάζονται ζουν με τον φόβο της ανεργίας, τόσο περισσότερο δημιουργούνται ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ένταση και τη διεύρυνση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας. Ο εφεδρικός στρατός εργασίας χρησιμοποιείται και χρησιμοποιήθηκε για τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων και την υποτίμηση της ζωής των εργαζομένων. Βασικός σκοπός είναι η δημιουργία αναλώσιμων και ευέλικτων εργαζομένων που εγκλωβίζονται στην ατομική διαχείριση των προβλημάτων τους.

Η επίθεση στα συνδικάτα και στη λογική της συλλογικής δράσης τέθηκαν από τη πρώτη στιγμή στο στόχαστρο των υπερασπιστών των μνημονίων. Παράλληλα, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, έτσι όπως εκφράστηκε από την ηγεσία της ΓΣΕΕ, που ταυτίστηκε με το σχέδιο των δυνάμεων του κεφαλαίου στο δημοψήφισμα του 2015, έχει αποκοπεί από την πλειοψηφία των εργαζομένων και τα καθημερινά τους προβλήματα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, η σχέση της με τον κόσμο της επισφάλειας, την νέα γενιά γενιά, τους/τις μετανάστες/-στριες είναι ασήμαντη αν όχι ανύπαρκτη. Αποτελεί προβληματικό γεγονός το ότι ο συσχετισμός δύναμης μέσα στα συνδικάτα υπέρ της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ είχε και έχει ως αποτέλεσμα την απαξίωση του συνδικαλισμού.

Η εργασία είναι, δίχως άλλο, ένας από τους βασικότερους πυλώνες οργάνωσης της ζωής των ανθρώπων. Οι συνθήκες και το περιβάλλον εργασίας καθορίζουν πολλά επίπεδα της καθημερινής ζωής και επηρεάζουν καθοριστικά το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου και τις προσδοκίες για το παρόν και το μέλλον. Ειδικότερα, εμείς, οι νέοι και οι νέες, καλούμαστε σήμερα να δράσουμε προκειμένου να πάρουμε πίσω την εργασία μας, να προσπαθήσουμε δηλαδή να την μετατρέψουμε από μαρτύριο σε διαδικασία δημιουργίας για τη ζωή μας.

Η απάντηση σε αυτή την κατάσταση δεν μπορεί προφανώς να έρθει με επιμέρους παρεμβάσεις και αλλαγές, αλλά χρειάζεται ένα συνολικό σχέδιο αντιμετώπισης των εργασιακών προβλημάτων της νέας γενιάς. Καλούμαστε να απαντήσουμε σε καίρια ερωτήματα. Με ποιους τρόπους μπορεί να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ανεργίας των νέων εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για αυτούς και αυτές; Με ποιο τρόπο θα επιστρέψουν οι νέοι/-ες επιστήμονες από το εξωτερικό; Μπορεί σήμερα ο νέος και η νέα που εργάζονται σε ένα καθεστώς επισφάλειας να ξαναβρεί τη σημασία της συλλογικής δράσης; Μπορεί η συλλογική δράση με τη σειρά της να συγκροτήσει ένα οραματικό περιεχόμενο για το μέλλον;

 

3.3 Η κατάσταση στην Παιδεία

 

Τα προηγούμενα χρόνια, ο χώρος της παιδείας βρέθηκε στο στόχαστρο του νεοφιλελευθερισμού. Στο πλαίσιο αυτό, έγινε προσπάθεια η παιδεία να μετατραπεί από καθολικό δικαίωμα σε προνόμιο των λίγων. Αντιμετωπίσθηκε ως ένα επικερδές προϊόν, που στοχεύει στη διαμόρφωση εκείνου του ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο θα μπορεί να εναρμονίζεται με τις ανάγκες και τις επιδιώξεις της αγοράς εργασίας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Αποτελεί, δηλαδή, εκείνον τον ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους που εγγυάται αθόρυβα την μαζική αποτύπωση της κυρίαρχης ιδεολογίας και την αναπαραγωγή των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής.

Στη χώρα μας, οι κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ προώθησαν τη διάλυση του Δημόσιου, Δωρεάν και Δημοκρατικού χαρακτήρα της παιδείας, φέρνοντας νόμους αντιδραστικούς, που ενέτειναν τους ταξικούς φραγμούς και δημιούργησαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για την καθημερινότητα των μαθητών/-τριών και των φοιτητών/-τριών. Σήμερα, γίνεται μια προσπάθεια να ακυρωθούν δεσμεύσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων, οι οποίες εάν εφαρμόζονταν θα ενέτειναν περαιτέρω την επίθεση στο χώρο της παιδείας. Έτσι, βλέπουμε πως έχει παγώσει το σχέδιο εκπαιδευτικής αποδιάρθρωσης που έλαβε χώρα τα προηγούμενα χρόνια. Πλέον, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ ένα συνολικό σχέδιο που θα διαμορφώνει τη φυσιογνωμία της εκπαίδευσης σε δημοκρατική κατεύθυνση, θα συγκρούεται με την λογική των αγορών και θα θέτει στο επίκεντρο την γνώση και τις ανάγκες των πολλών.

 

Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

 

Σήμερα, η λειτουργία και  ο χαρακτήρας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν αφήνουν περιθώρια να εξυπηρετήσει τον αυτόνομο μορφωτικό της ρόλο, ώστε να διαμορφώνει ενεργούς πολίτες. Αντίθετα, ο ρόλος της δευτεροβάθμιας και ειδικά του λυκείου, ως ένα μεταβατικό στάδιο προετοιμασίας για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχει δημιουργήσει ένα σχολείο – εξεταστικό κέντρο και καλλιεργεί τον ανταγωνισμό και την εντατικοποίηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Το γυμνάσιο, το οποίο παραμένει ακόμη και σήμερα η δεύτερη και τελευταία υποχρεωτική βαθμίδα της εκπαίδευσης, εξυπηρετεί το πρώτο «φιλτράρισμα» των μαθητών/-τριών, οι οποίοι/-ες στη συνέχεια είτε θα ακολουθήσουν το γενικό λύκειο είτε την επαγγελματική εκπαίδευση. Η συγκεκριμένη διάκριση δημιουργεί δύο ταχύτητες μαθητών/-τριών, μαθητές/-ίτριες «υψηλότερου» ή «χαμηλότερου» επιπέδου. Αποκλείονται, λοιπόν, από ένα ενιαίο σχολείο που τους παρέχει πολύπλευρες γνώσεις θεωρίας και πράξης. Πρόκειται για ένα σχολείο που διέπεται από ταξικούς φραγμούς και περιφερειακές ανισότητες, αδυνατώντας να παράσχει τις υπηρεσίες του στη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών και μαθητριών. Μεγάλο τμήμα εξ αυτών δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να «επενδύσουν» στην παραπαιδεία και τα φροντιστήρια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα άδικο πλαίσιο μέσα στο επίπονο εξετασιοκεντρικό περιβάλλον του σχολείου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ευνοούνται οι οικονομικά ευκατάστατοι-ες μαθητές/-τριες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μαθητές/-τριες, ήδη από το γυμνάσιο, στενάζουν κάτω από την υλοποίηση βάρβαρων αναλυτικών προγραμμάτων, τα οποία δεν ανταποκρίνονται ούτε στις ανάγκες αλλά ούτε και στις αντοχές τους. Ταυτόχρονα, τα σχολικά εγχειρίδια είναι πεπαλαιωμένα, δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και προωθούν τη στείρα αποστήθιση, απομακρύνοντας τους/τις μαθητές/-τριες από την ερευνητική μάθηση και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης.

Επιπρόσθετα, συνεχίζουν να υπάρχουν άκρως αναχρονιστικές όψεις στην καθημερινότητα των σχολείων, όπως οι μαθητικές παρελάσεις και η πρωινή προσευχή. Η εκκλησία εξακολουθεί να παρεμβαίνει στην παιδεία και αντιδρά στην αλλαγή του μαθήματος των θρησκευτικών από ομολογιακό μάθημα σε μάθημα σφαιρικής γνώσης μιας τόσο σημαντικής πτυχής του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως η θρησκεία. Επιπλέον, η απουσία ελεύθερου χρόνου και η απομόνωση από τους/τις συνομηλίκους, μετατρέπουν το σχολείο σε μηχανισμό μαθητείας, καταπίεσης και πειθάρχησης, που εμπεδώνει στους/στις μαθητές/-τριες την αντίληψη ότι η ζωή είναι μια πορεία που απαιτεί τον ανταγωνισμό και την ενασχόληση μόνο με τα «χρήσιμα», δηλαδή με όσα μπορούν να έχουν ένα άμεσο αντίκρισμα, ένα άμεσο κέρδος.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μια σειρά από ρυθμίσεις στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι οποίες αν και αγγίζουν τις ανάγκες των μαθητών/-τριών, δεν αποτελούν ριζικές τομές αμφισβήτησης του παραπάνω νεοφιλελεύθερου πλαισίου. Η κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, η μείωση των μαθημάτων στις πανελλαδικές εξετάσεις, η ενδυνάμωση της ενισχυτικής διδασκαλίας, η αύξηση του προϋπολογισμού για την παιδεία, οι προσλήψεις διδακτικού προσωπικού, οι προσλήψεις στον κλάδο της ειδικής αγωγής, η θεσμοθέτηση της αμειβόμενης πρακτικής στο τελευταίο έτος των ΕΠΑΛ είναι βήματα προωθητικά για την ενίσχυση του δημόσιου σχολείου. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ενός συνολικού εναλλακτικού σχεδίου για την παιδεία.

 

Μεταδευτεροβάθμια Εκπαίδευση

 

Περνώντας τη φρικτή διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων, πολλοί μαθητές/-τριες είτε από επιλογή είτε λόγω έλλειψης εναλλακτικών λύσεων, καταλήγουν στη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σχολές όπως τα δημόσια ΙΕΚ προσφέρουν την κατάρτιση στους μη προνομιούχους, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να επενδύσουν αστρονομικά ποσά στην εκπαιδευσή τους.

Εκτός αυτού όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο ιδανικά. Οι σπουδαστές των ΙΕΚ στερούνταν ζωτικής σημασίας δικαιώματα, όπως η πληρωμή ή η ασφάλιση στη διάρκεια της πρακτικής, ενώ στερούνται το δικαίωμα στη σίτιση, τη στέγαση, τη δωρεάν μεταφορά με πάσο.

Έχουμε κερδίσει ένα μεγάλο αγώνα, αυτόν της ασφάλισης και της πληρωμής, αλλά έχουμε αρκετές ακόμα μάχες να δώσουμε για το κομμάτι αυτό της νεολαίας.

 

Τριτοβάθμια Εκπαίδευση

 

Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού μέσα από τα μνημόνια και τη λιτότητα σε συνδυασμό με τις επιταγές της συνθήκης της Μπολόνια, ολοένα και μετάλλαζαν την τριτοβάθμια εκπαίδευση και ειδικότερα τη δομή και τη λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου. Ο στόχος της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής είναι διττός. Αφενός, η μετατροπή του πανεπιστημίου σε χώρο στείρας εξειδίκευσης και γνώσης, αφετέρου, η αντιστοίχιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με τις ανάγκες της αγοράς και των επιχειρήσεων. Τα τελευταία χρόνια, το πανεπιστήμιο χάνει τον χαρακτήρα του ως ζωντανός κοινωνικός χώρος και ως χώρος συλλογικής δράσης, προωθώντας τον ατομικό δρόμο, την εντατικοποίηση και την ανάγκη για τη γρήγορη απόκτηση πτυχίου.

Μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων, τα προηγούμενα χρόνια, έχουν επιφέρει σαρωτικές αλλαγές. Η κατάργηση του ακαδημαϊκού αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων και η συρρίκνωση της δημοκρατικής τους λειτουργίας, η ενίσχυση της οικονομικής τους αυτοτέλειας, οδήγησαν στην περαιτέρω πρόσβαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε όλες τις πτυχές της πανεπιστημιακής ζωής. Απαξιώθηκε και καταργήθηκε η συμμετοχή των φοιτητών/-τριών στα όργανα διοίκησης, καταργήθηκε το άσυλο και εγκαθιδρύθηκαν συμβούλια διοίκησης. Παράλληλα, ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας αδυνατεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών και άλλων δυσκολιών. Η υποχρηματοδότηση οδήγησε στην πλήρη διάλυση της φοιτητικής μέριμνας, καθώς και στην ανάθεση σε εργολαβίες στους τομείς της σίτισης, της στέγασης, φύλαξης και καθαριότητας. Η εισαγωγή ορίου φοίτησης ν+2 και οι διαγραφές φοιτητών/-τριών (οι όποιες καταργήθηκαν από την παρούσα κυβέρνηση), ήρθαν να προσθέσουν έναν ακόμη λίθο στο νέο πρότυπο του/της πειθαρχημένου/-ης φοιτητή/-τριας, ο/η οποίος/-α δεν θα έχει ελεύθερο χρόνο για οποιαδήποτε άλλη συλλογική δραστηριότητα, πάρα μονάχα ένα και μοναδικό στόχο, την ατομική ανέλιξη – καριέρα που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός. Οι φοιτητές/-τριες έρχονται αντιμέτωποι/-ες με προγράμματα σπουδών που εναρμονίζονται με τις ανάγκες της αγοράς, με καθηγητές/-τριες – αυθεντίες, με μεταπτυχιακά προγράμματα υψηλών διδάκτρων, τα οποία μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν σαφές γνωστικό αντικείμενο. Η έκρηξη δημιουργίας μάλιστα Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών, τις τελευταίες δεκαετίες, είναι αποτέλεσμα της ανάγκης για υπερεξειδίκευση και αναζήτηση περισσότερων προσόντων, ανάγκη που επιβάλλεται από την νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την ατομική ανέλιξη και την αριστεία. Μέσα σε αυτό πλαίσιο, υπάρχει ένα καθεστώς αδιαφάνειας ως προς τη διαχείριση των κονδυλίων και των πόρων που προορίζονται γι’ αυτά.

Το φοιτητικό κίνημα, το οποίο τα προηγούμενα χρόνια συγκρούστηκε έντονα με την προσπάθεια νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης του πανεπιστημίου, αυτή τη στιγμή στέκει μουδιασμένο. Σήμερα, αδυνατεί να διαμορφώσει ένα σχέδιο δημιουργίας ενός δημόσιου, δωρεάν και δημοκρατικού πανεπιστημίου, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των φοιτητών/-τριών και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων είτε δεν πραγματοποιούνται είτε αδυνατούν να αποτελέσουν χώρους διαβούλευσης για ζητήματα που απαντούν στις καθημερινές ανάγκες των φοιτητών/-τριών. Ταυτόχρονα, όμως, έχει απαξιωθεί η συλλογική δράση, ενώ καλλιεργείται ο ατομικός δρόμος και η λογική του ανταγωνισμού.

Στον αντίποδα, υπάρχουν μια σειρά από σημεία τα οποία κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Το πάγωμα των διαγραφών φοιτητών/-τριών, η αύξηση του προϋπολογισμού για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η παγίωση της διπλής εξεταστικής για τους/τις επί πτυχίω φοιτητές/-τριες, η παροχή συγγραμμάτων για όσους/όσες φοιτούν σε δεύτερες σχολές, η πρόσληψη μελών ΔΕΠ, η ενίσχυση της έρευνας και οι τριετείς υποτροφίες για διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές, η ενίσχυση των άπορων φοιτητών/-τριών μέσα από το πρόγραμμα κοινωνικής αλληλεγγύης, αποτελούν βήματα προωθητικά τόσο για την επίλυση των αναγκών των φοιτητών/-τριών, όσο και για την  αναβάθμιση της λειτουργίας των ιδρυμάτων.

Τα ΑΤΕΙ αποτελούσαν και αποτελούν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Από την αρχή της ίδρυσής τους στοχεύουν στην παροχή κατάρτισης εφαρμογών της τεχνολογίας, οι οποίες απαιτούν επιστημονικό υπόβαθρο. Διαχρονικά, παρείχαν πρόσφορο έδαφος για αρκετές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, με μοναδικό σκοπό να ενισχυθεί το κυρίαρχο σχέδιο της αστικής αντίληψης για την παιδεία.

Οι σπουδαστές/-στριες των ΑΤΕΙ βιώνουν μια σειρά από προβλήματα τα οποία σχετίζονται κατά βάση με τον τρόπο λειτουργίας των ιδρυμάτων, όπως είναι οι αλυσίδες μαθημάτων, οι ελλιπείς κτηριακές εγκαταστάσεις και ο πεπαλαιωμένος εργαστηριακός εξοπλισμός, τα οποία έρχονται και συνενώνονται με τις ελλείψεις του διδακτικού προσωπικού, την υποχρεωτική πρακτική άσκηση χωρίς εργασιακά δικαιώματα και τη διαλυμένη μέριμνα. Όλα τα παραπάνω, έρχονται να αναδείξουν μια εικόνα υποβάθμισης την οποία έχει δεχθεί ο χώρος της τεχνολογικής και τεχνικής εκπαίδευσης. Στη βάση αυτή, το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο ανακύπτει διαρκώς είναι το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων, το οποίο δυσκολεύει ακόμη περισσότερο, με την ταυτόχρονη ύπαρξη ιδιωτικών σχολών πρακτικού και τεχνικού αντικειμένου.

 

3.4 Το ζήτημα των δικαιωμάτων των νέων

 

Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν ζήτημα δημοκρατίας. Στην Ελλάδα, τα προηγούμενα χρόνια η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής πήγαινε χέρι-χέρι με την καταστολή και την περιστολή των ελευθεριών. Η νεολαία βίωσε τον περιορισμό των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων της με μεγαλύτερη ένταση.

 

Μεταναστευτικό

 

Στο στόχαστρο του κρατικού αυταρχισμού και τη δίνη της οικονομικής κρίσης βρέθηκαν επίσης και οι μετανάστες/-στριες. Κατά τα προηγούμενα χρόνια, οι νεοφιλελεύθερες συντηρητικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ προσπάθησαν να δημιουργήσουν έναν εσωτερικό εχθρό επενδύοντας στον κοινωνικό αυτοματισμό, ακολουθώντας μια αντιμεταναστευτική πολιτική που βασιζόταν στο φόβο, την εχθρότητα και το αίσθημα ανασφάλειας. Στόχος τους ήταν με αυτόν τον τρόπο η διάρρηξη της δυνατότητας ενότητας των υποτελών τάξεων. Παράλληλα, μπροστά σε αυτή την κατάσταση οι δυνάμεις της ακροδεξιάς προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν συντηρητικά αντανακλαστικά προβαίνοντας – ακόμη και σήμερα – σε μισαλλόδοξα παραληρήματα και βίαιες πρακτικές.

Η εικόνα αυτή, τον τελευταίο καιρό, επιχειρείται να αλλάξει τόσο σε θεσμικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο νόμος για την ιθαγένεια των μεταναστών/-στριών 2ης γενιάς, ο αντιρατσιστικός νόμος, καθώς και το αγκάλιασμα από την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας των προσφύγων και των παιδιών τους, διευρύνουν τα δημοκρατικά δικαιώματα, την αλληλεγγύη και συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας εικόνας μακριά από ξενοφοβικές λογικές και πρακτικές βίας.

Η καθημερινότητα και η ζωή των μεταναστών/-στριών, κυρίως των νέων, έρχεται αντιμέτωπη με πολύπλευρα προβλήματα. Η συμπίεση των μισθών τους, η εκμετάλλευση και η μετατροπή τους σε φτηνό εργατικό προσωπικό «αξιοποιείται» από την εργοδοσία για περαιτέρω εκμετάλλευση όλων των εργαζομένων.

 

Φύλο & Σεξουαλικότητα

 

Η δομή των έμφυλων σχέσεων αποτελεί μορφή κοινωνικής ιεράρχησης. Το φύλο είναι σύστημα σχέσεων εξουσίας και κεντρικό στοιχείο οργάνωσης της κοινωνίας.

Ο κοινωνικός προσδιορισμός του τι σημαίνει να ζω «ως άνδρας» ή/και να ζω «ως γυναίκα»,  διαδραματίζει ρόλο στη μειωμένη παρουσία των γυναικών στο χώρο της πολιτικής και κοινωνικής διαδικασίας. Έτσι, οι γυναίκες, και κυρίως οι νέες, συμμετέχουν σε μικρότερο ποσοστό στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, επωμίζονται τη φροντίδα «άλλων», η θέση τους στην εργασιακή ιεραρχία και στα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι χαμηλή, ενώ φαινόμενα όπως η βία κατά των γυναικών και ο περιορισμός των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών τους δικαιωμάτων συνθέτει ένα μη δημοκρατικό πλαίσιο ζωής.

Οι συντηρητικές ιδεολογικές αξίες που προάγει ο φιλελευθερισμός, η πατριαρχική δομή της κοινωνίας, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, είναι εχθρικές και επικίνδυνες τόσο για τις γυναίκες όσο και για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Στην Ελλάδα, οι συντηρητικές κυβερνήσεις των προηγούμενων ετών είχαν βάλει στο στόχαστρο τις κοινωνικές αυτές κατηγορίες, αμφισβητώντας τα δημοκρατικά τους δικαιώματα και νομιμοποιώντας βίαια περιστατικά σε βάρος τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η διαπόμπευση των οροθετικών από το Λοβέρδο, η επίθεση με βιτριόλι κατά της Κούνεβα, τα περιστατικά ομοφοβικής και τρανσφοβικής βίας και η ανοχή αυτών, τα παραληρήματα κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, τα οποία συνεχίζουν μέχρι σήμερα από τα συντηρητικά μπλοκ. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, γίνεται αντιληπτό πως η έμφυλη ανισότητα, όπως εκφράζεται, αλλά και βιώνεται, δεν είναι ανεξάρτητη από την ταξικότητα, την ηλικία, τη φυλή/εθνότητα.

 

Νέα ζευγάρια/Ελεύθερη συμβίωση

 

Η ακραία φτωχοποίηση και η εργασιακή ανασφάλεια, κρατούν όλο και περισσότερους/-ες νέους/-ες στο οικογενειακό τους σπίτι. Το ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργεί η κρίση επηρεάζει εκείνους και εκείνες που θέλουν να ζήσουν μαζί και να κάνουν από κοινού ένα σχεδιασμό ζωής. Η ανεργία, η μείωση των εισοδημάτων, κάνουν το πλάνο αυτό, και κυρίως την απόκτηση παιδιού, ταξική πολυτέλεια.

Είναι εξαιρετικά σημαντική η θεσμοθέτηση της ελεύθερης συμβίωσης, καθώς έρχεται να αλλάξει και να βελτιώσει τη ζωή των νέων ζευγαριών. Συγκεκριμένα, στους/στις συντρόφους του συμφώνου (ετερόφυλους/-ες ή ομόφυλους/-ες) αναγνωρίζονται ουσιαστικά τα ίδια  δικαιώματα – με αυτά του γάμου – στον εργασιακό χώρο και άρα μπορούν να διεκδικήσουν,  για παράδειγμα, οικογενειακά επιδόματα.

 

Στρατιωτική θητεία

 

Ο στρατός ανήκει στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους και παράλληλα λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός, εγχαράσσοντας όψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η πειθάρχηση, η υπακοή, ο εθνικισμός, και συντελεί στη διαμόρφωση της ταυτότητας των νέων.

Η στρατιωτική θητεία αποτελεί άλλον ένα «βραχνά» για τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι πλήττονται ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης. Από οικονομικής πλευράς, η συντριπτική πλειοψηφία των νέων δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η στράτευση. Η οικονομική αποζημίωση που προβλέπεται είναι εξευτελιστικά χαμηλή με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διαβίωση τόσο μέσα στο στρατόπεδο όσο και έξω από αυτό. Επιπλέον οι πελατειακές σχέσεις οι οποίες εδώ και πολλές δεκαετίες καθορίζουν το σύστημα των τοποθετήσεων και των μεταθέσεων του στρατιωτικού προσωπικού, παγιώνουν μια αντίληψη «ζούγκλας», όπου όποιος δεν έχει πρόσβαση στον πελατειακό μηχανισμό έρχεται αντιμέτωπος με κατάφωρες αδικίες. Έτσι ενδεικτικά, υπάρχουν στρατόπεδα της παραμεθορίου όπου στερείται στους οπλίτες η έξοδος για τριάντα μέρες λόγω έλλειψης προσωπικού και άλλα, σε αστικά κέντρα όπου οι οπλίτες είναι υπεράριθμοι. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν οι πολύ συχνές εθνικιστικές, σεξιστικές κια ρατσιστικές συμπεριφορές στελεχών σαν κομμάτι της εκπαίδευσης, καθώς και η παντελής έλλειψη δυνατότητας συλλογικής αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων από τους οπλίτες και ανάπτυξης οργανωμένης συνδικαλιστικής δράσης που θα θωρακίζει τους στρατευμένους από τις αυθαιρεσίες της ιεραρχίας.

Τέλος είναι ανάγκη να αναφερθεί η απαράδεκτη διαρκής ποινική δίωξη των ολικών αρνητών στράτευσης καθώς και η απουσία ενός επαρκούς πλαισίου εναλλακτικής θητείας μιας και το υπάρχον πλαίσιο του «αντιρρησία συνείδησης» είναι εκδικητικό και αποτρεπτικό για τον στρατεύσιμο.

 

Εξαρτήσεις

 

Το ζήτημα των εξαρτησιογόνων ουσιών, παρότι απασχολεί εδώ και δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, είτε προσεγγίζεται ως θέμα ταμπού, είτε συζητείται με στρεβλούς ως επί το πλείστον όρους.

Τις τελευταίες δεκαετίες, και ενώ η διάδοση εξαρτησιογόνων ουσιών έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις και λόγω της οικονομικής κρίσης, η συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος κινείται σε προβληματική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα την ποινικοποίηση των ίδιων των χρηστών και όχι την ουσιαστική καταπολέμηση των παρανόμων κυκλωμάτων διακίνησης. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κατασταλτικής πολιτικής αποτελούν σχεδόν όλα τα σχετικά ποινικά νομοθετήματα, τα οποία προβλέπουν αυξημένες ποινές για τους χρήστες. Το παραπάνω μοντέλο της ποινικοποίησης δε βοηθάει τον περιορισμό της διάδοσης των εξαρτησιογόνων ουσιών, αλλά αντίθετα οδηγεί σε αύξηση του αριθμού των χρηστών. Επιπλέον, το νομοθετικό πλαίσιο για τις εξαρτησιογόνες ουσίες εξαφανίζει κάθε ίχνος κοινωνικής πρόνοιας και περιθωριοποιεί τους/τις χρήστες, αναγκάζοντάς τους/τις να στρέφονται σε κύκλους παράνομης διακίνησης για την εξασφάλιση της δόσης τους. Από την άλλη πλευρά, η υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των δομών πρόληψης και θεραπείας  έχει ως συνέπεια αυτές να παρακμάζουν και να αδυνατούν πλέον να φιλοξενούν ικανοποιητικό αριθμό εξαρτημένων.

Η πολιτική της απαγόρευσης και της μη διάκρισης όσον αφορά τη χρήση των εξαρτησιογόνων ουσιών, αντί να συμβάλει στην προστασία των αγαθών της ζωής και της υγείας, στην πραγματικότητα έχει στιγματίσει κοινωνικά χιλιάδες χρήστες, εγκλωβίζοντάς τους/τις στα αδιέξοδα της ποινικής καταστολής και αφήνοντάς τους/τις έρμαια στις μαφίες του εμπορίου ναρκωτικών.

 

Φυλακές & κρατούμενοι/-ες

 

Ο υπερπληθυσμός, η υποχρηματοδότηση και η περιφρόνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα οδήγησαν στο να αποτελούν οι φυλακές και τα νοσοκομεία κρατουμένων ντροπή για την κοινωνία μας. Ειδικά στη μνημονιακή περίοδο, η κατάσταση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Η εμμονή στον αυταρχισμό, ο εκδικητικός χαρακτήρας της ποινής, οι πρακτικές εξόντωσης των κρατούμενων είναι μακριά από τη δημοκρατία, την επανένταξη των κρατούμενων στην κοινωνία.

Με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τον Απρίλη του 2015 καταργήθηκαν οι φυλακές τύπου Γ. Επίσης, διαμορφώθηκαν νέοι όροι, αφού καθορίστηκαν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την υπό όρους απόλυση κρατουμένων (ασθενείς, υπερήλικες και άτομα με αναπηρίες) με σκοπό την αποσυμφόρηση των φυλακών. Το γεγονός αυτό αλλάζει την εικόνα «στοιβάγματος» ανθρώπων που είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, προσβάλλοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Παράλληλα, ο νόμος ελαχιστοποιεί τον εγκλεισμό των ανηλίκων και αντικαθιστά, στις περισσότερες περιπτώσεις, την κράτηση αυτών με αναμορφωτικά και εκπαιδευτικά μέτρα. Η εμπειρία δείχνει ότι οι φυλακές ανηλίκων είναι φυτώρια εγκληματικότητας, των οποίων οι τρόφιμοι αποκόπτονται οριστικά από την κοινωνία. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα για την καθιέρωση μιας άλλης αντίληψης: αυτήν της ισότιμης αντιμετώπισης των κρατουμένων, πέρα από κοινωνικούς και ταξικούς διαχωρισμούς και με σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου.

 

Καταστολή

 

Η στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας, η αστυνομοκρατία, η χρήση χημικών ουσιών και πλαστικών σφαιρών σε διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις, αποτέλεσαν χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου. Στη νέα κατάσταση των τελευταίων δύο χρόνων, παρά τη σαφή αλλαγή της εικόνας αυτής, περιστατικά αστυνομικής καταστολής έχουν σημειωθεί. Η ύπαρξη ακροδεξιών θυλάκων, η χρήση χημικών, τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, κινούνται στον αντίποδα ενός σχεδίου εκδημοκρατισμού των σωμάτων ασφαλείας, που πρέπει να αποτελεί πολιτική προτεραιότητα της κυβέρνησης της Αριστεράς.

 

ΑμεΑ

 

Τα άτομα με αναπηρία συχνά – χωρίς να είναι πάντα κοινωνικά ορατό – αποκλείονται από το δημόσιο χώρο και την κοινωνική ζωή. Η απουσία επαρκών υποδομών σε σχολεία, πανεπιστημιακά ιδρύματα, χώρους πολιτισμού, αθλητισμού, σε δημόσιες υπηρεσίες κοκ περιορίζουν και απαγορεύουν την προσβασιμότητα των ΑμεΑ σε αυτούς τους χώρους, στρέφοντάς τους/τις στην κοινωνική απομόνωση. Αντιμετωπίζονται, δηλαδή, ως «μη-πολίτες» ή ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, γεγονός που δημιουργεί έλλειμα δημοκρατίας και μη δυνατότητας ίσης χρήσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Θετικό βήμα αποτελεί η προώθηση της Χάρτας Δικαιωμάτων των ΑμεΑ από τη σημερινή κυβέρνηση.

 

Ψηφιακή Πολιτική και Δικαιώματα

 

Το διαδίκτυο, η ενιαία ψηφιακή αγορά, οι ψηφιακές υπηρεσίες και τα κοινωνικά δίκτυα ή αλλιώς τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), διατρέχουν κάθε πτυχή της ζωής των νέων και δεν αποτελούν πλέον ειδικό τομέα, αλλά το θεμέλιο όλων των σύγχρονων κοινωνιών. Ενοποιούν με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, μεταβάλλοντας τον τρόπο ζωής και εργασίας των ανθρώπων.

Συνιστούν πεδία κοινωνικοποίησης, πληροφόρησης, διασκέδασης, συναλλαγών, διαχείρισης, οργάνωσης της καθημερινότητας και διευκολύνουν τη δυνατότητα πρόσβασης των πολιτών στις διαδικασίες διακυβέρνησης καθώς και συμμετοχής σε αυτές.

Ως μέσο διάχυσης της πληροφορίας, οι ΤΠΕ, έχουν δώσει τη δυνατότητα τόσο σε συλλογικότητες, οργανώσεις, πολιτικά κόμματα, όσο και σε λαϊκά, κοινωνικά κινήματα να προπαγανδίσουν τη δράση τους και να κινητοποιήσουν τμήματα του κόσμου.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται προσπάθειες κατάλυσης του ελεύθερου χαρακτήρα που διέπει το διαδίκτυο σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι προσπάθειες αυτές αποσκοπούν σε δύο τομείς. Ο πρώτος είναι η κατάργηση της ουδετερότητας του δικτύου (Net neutrality) και ο δεύτερος η λογοκρισία και η κατάλυση του ιδιωτικού απορρήτου  στο διαδίκτυο μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων. Παραδείγματα τέτοιων προσπαθειών μπορούμε να βρούμε στις ΗΠΑ με τα νομοσχέδια των SOPA και PIPA, στην Ευρώπη με την συμφωνία ACTA, στην Ινδία με συγκεκριμένες πολιτικές ενάντια στο Net neutrality και σε πολλές άλλες χώρες. Λόγω της ακαριαίας αντίδρασης του κόσμου και πολιτικών και κοινωνικών φορέων σε όλες τις χώρες που επιχειρείται η χειραγώγηση του διαδικτύου, η εφαρμογή τέτοιων πολιτικών πέφτει στο κενό.

 

Πολιτισμός

 

Ο πολιτισμός, αποτελεί κοινωνικό αγαθό, η πρόσβαση στο οποίο θα πρέπει να είναι δημόσια και ελεύθερη.

Στην Ελλάδα η έννοια «πολιτισμός» συχνά περιορίζεται σε αυτήν ενός εμπορικού, τουριστικού προϊόντος και η πρόνοια του κράτους για πολιτιστική καλλιέργεια έχει τις τελευταίες δεκαετίες φανεί ανεπαρκέστατη, με εξαίρεση την ακόρεστη όρεξη για προώθηση εμπορικών προϊόντων μαζικής παραγωγής και χαμηλής ποιότητας για εύκολη αφομοίωση και κατανάλωση. Η Αριστερά ανέκαθεν προσπαθεί να επανανοηματοδοτήσει τον όρο «πολιτισμός». Και το έχει καταφέρει κατά καιρούς, ειδικά μέσω των οργανώσεων νεολαίας, παρόλο που σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε πως κι η Αριστερά είναι πλήρως απαλλαγμένη από τα κυρίαρχα πολιτιστικά στερεότυπα.

Στα χρόνια της κρίσης, παρατηρήθηκε, ακόμα πιο έντονα, η έλλειψη ευκαιριών σε νέους καλλιτέχνες, ο αποκλεισμός τους όταν δεν ανήκουν στον σωστό «κύκλο», η ανασφάλιστη και μαύρη εργασία, ο εξαναγκασμός τους να συμμετέχουν σε κάκιστης ποιότητας παραγωγές για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Η πρόσβαση στον πολιτισμό, ο οποίος αποτελεί βασική πτυχή της καθημερινότητας των νέων ανθρώπων, περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό τα χρόνια της κρίσης, τόσο λόγω των οικονομικών δυσχερειών, όσο και λόγω της συρρίκνωσης του ελεύθερου χρόνου, εξαιτίας των εντατικοποιημένων ρυθμών ζωής. Ταυτόχρονα, στο φόντο της κρίσης, μέσω των κοινωνικών αντιθέσεων και του κοινωνικού αναβρασμού, γεννώνται καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες που προσλαμβάνουν τα καταιγιστικά μηνύματα του κόσμου και σπεύδουν να τα κάνουν τέχνη. Έτσι παρατηρούμε να ξεπροβάλουν εγχειρήματα αυτοργάνωσης των καλλιτεχνών σε ομάδες και νέες συλλογικότητες, μέσα από φεστιβάλ και στέκια της γειτονιάς, μέσα από κατειλημμένους χώρους, μέσα από τις διεκδικήσεις στα κινήματα των πολιτών, μέσα από δομές αλληλεγγύης. Ο χώρος που διεκδίκησαν να λειτουργήσουν οι ομάδες αυτές, κατάφερε να αναδείξει όχι μόνο τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας αλλά και το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο καθώς και τη νέα δομή της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Σήμερα καθίσταται αδήριτη ανάγκη η διαμόρφωση ενός συνολικού σχεδίου για τον πολιτισμό που δε θα έχει στον πυρήνα του την επιδίωξη του κέρδους, που θα τροφοδοτείται και θα αφομοιώνεται από την κοινωνία. Ένα σχέδιο που θα παλεύει για την ανάδειξη των πολλών καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών που επωάζονται στους χώρους της νεολαίας, αλλά αδυνατούν να βρουν έκφραση προς τα έξω, πολλές φορές επειδή στερούνται κρατικής χρηματοδότησης. Ένα τέτοιο σχέδιο θα παλεύει για την οικοδόμηση ενός πεδίου στον πολιτισμό που θα αποτυπώνει το πιο ριζοσπαστικό, αλληλέγγυο, διεκδικητικό, ανατρεπτικό πρόσωπο της κοινωνίας.

 

Αθλητισμός

 

Οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, συνέβαλαν καθοριστικά με τις πολιτικές τους στη διολίσθηση του αθλητισμού στην εμπορευματοποίηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο αθλητισμός στην Ελλάδα αποτελεί πεδίο ανάπτυξης ενός πολυεπίπεδου συστήματος διαπλοκής και δικτύων συμφερόντων.

Στα χρόνια της κρίσης, οι προηγούμενες κυβερνήσεις περιέκοψαν τις δαπάνες για τον αθλητισμό. Ταυτόχρονα, τις αθλητικές δραστηριότητες ανέλαβαν μικρά και μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, όπου με σκοπό το κέρδος, επέβαλαν να πληρώνεται από τους πολίτες οποιαδήποτε μορφή άθλησης. Κύριο χτύπημα στις λαϊκές τάξεις, ήταν η συρρίκνωση των προγραμμάτων άθλησης για όλους που υλοποιούσαν οι ΟΤΑ. Ο οικονομικός στραγγαλισμός του ερασιτεχνικού αγωνιστικού αθλητισμού που οδήγησε στη διάλυση εκατοντάδων σωματείων και η υποχρηματοδότηση αθλητικών δραστηριοτήτων στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, μετέτρεψαν τον αθλητισμό σε πολυτέλεια για την πλειονότητα των νέων ανθρώπων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το δικαίωμα στη δημόσια και δωρεάν πρόσβαση στην άθληση, που αφορά σε μεγάλο βαθμό τη νεολαία, χρειάζεται να επανακτηθεί. Παράλληλα, τα βήματα αναδιοργάνωσης του θεσμικού πλαισίου του αθλητισμού, στην κατεύθυνση καταπολέμησης της διαπλοκής, πρέπει να συνεχιστούν δυναμικά.